Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018




                             ΠΕΡΙ ΟΡΦΙΣΜΟΥ
                                                     
      

Η ανάρτηση αυτή είναι το πρώτο Κεφάλαιο του έργου μου "ΠΕΡΙ ΟΡΦΙΣΜΟΥ". Λόγω μεγάλης εκτάσεως θα δημοσιευθεί σε συνέχειες. Ένα πρώτο μέρος του έχει ήδη αναρτηθεί με τίτλο: Η ΚΑΤΑΣΤΕΡΙΣΗ ΤΟΥ ΟΡΦΕΩΣ.


                                                   
Τι είναι ο Ορφισμός

«Τούτο εστί το Ορφαϊκόν ομοούσιον ρόδον εν ώͺ των ουσιών ποθητή τε και εναρμόνιος αποτελείται συμπλοκή».
                              ------------------------------------------------------
Ο Ορφισμός είναι το θεμελιώδες, άρτια και κατά μέθοδον δομημένο, φιλοσοφικό- θρησκευτικό σύστημα, το οποίον εξετέθη εκτός των ορίων των βασιλικών – ιερατικών γενών στον ελλαδικό χώρο αλλά και πέραν αυτού.
Ανασυγκρότησε σε εννοιολογική σύνθεση τους διάσπαρτους συντελεστές της δημώδους λατρείας: όπως απεδείχθη ότι μπορούσε και έπρεπε να γίνει, τους ενέταξε στην μεθοδικώς συντεταγμένη και κατά το περιεχόμενον άρτια θεολογία/ φιλοσοφία που έως την Ορφική μεταρρύθμιση των πολιτισμικών πραγμάτων αποτελούσε αδιάρρηκτο προνόμιο των αριστοκρατικών κύκλων της αρχαϊκής- βαθειά προϊστορικής κοινωνίας. Δημιούργησε έτσι την πρώτη, ανοιχτή στο κοινόν ως γνωσιολογικό αντικείμενο, θεωρητική και πρακτική πληρότητα, που συνιστούσε Επιστήμη αναγόμενη σε θρησκεία.
Η θρησκεία στρέφεται πρωταρχικώς περί την θεωρία την ερμηνευτική και διδακτική της Γενέσεως του Κόσμου και των όντων, των Πρώτων Αρχών και της φύσεως (ρίζας) αυτών, του λόγου της υπάρξεώς των και της Υπάρξεως γενικώς. Κατά συνέπειαν εξετάζει και την όλη διεξαγωγή του Κόσμου και των πληρωμάτων του, κατά μονάδες, συναλληλίες και επαλληλίες συνόλων. Στην διεξαγωγή αυτή συγκαταλέγεται και οποιαδήποτε μεταβολή, μεταμόρφωση ως και μεταστοιχείωση των ως άνω αντικειμένων, ιδιαίτατα δε όσων κατά φύσιν συμβαίνουν στα δύο βασικά πεδία της υπαρκτικής διαδικασίας, δηλαδή στο πεδίο της Ζωής (Παρουσίας) και στο πεδίο του θανάτου (απουσίας- αφάνειας). Κατ’ αντιδιαστολήν, η στερουμένη θεωρίας, άρα και εννοιοδοτήσεως των αναφερομένων αντικειμένων της, απλή λατρεία, περιορίζεται σε μυστικοπαθείς ιεροτελεστείες. Ο Ορφισμός, αποκαθιστώντας αυτό το κρίσιμο κενό που εσήμαινε καθολική σχεδόν αμάθεια τότε, απετέλεσε το κοινό και ανεξάντλητο έδαφος της Ελληνικής σκέψεως, ήθους και πράξεως.
Η Ορφική Θεολογία ( «θεολογική: η πρώτη φιλοσοφία» κατά τον Αριστοτέλη), γνησίως και πρωτοπαγώς έχει μυστηριακόν χαρακτήρα: εμπεριέχει, δηλαδή, την Κοσμογονία, την  Θεογονία, την Οντολογία και την Ψυχογονία- Ψυχολογία, απαλλαγμένες, κατά το επίπεδο της διδακτικής εκθέσεως τους, από σύμβολα, αλληγορίες και την εν γένει μυθολογική μορφολογία.
Τα αναφερόμενα γνωστικά αντικείμενα όμως, απαιτούν μακρά διαδικασία μαθήσεως και ευρύτατη παιδεία. Για τούτο και μόνον οι αποφασισμένοι και συνεπείς είναι δυνατόν να καταστούν γνώστες, μύστες, αυτών. Το επιστημονικό σώμα της Ορφικής- Ελληνικής (όπως επισήμως χαρακτηρίζεται) θρησκείας είναι η Θεολογία ( η «θεολογική» του Αριστοτέλους).
Ο μυστηριακός χαρακτήρας λοιπόν, του Ορφισμού οφείλεται, πάντως και κυρίως, στο ότι το περιεχόμενό του ανταποκρινόταν, κατά συνεπή ακολουθία και συνάρτηση των όρων του συλλογισμού, στην μύηση, δηλαδή στην διά της κανονικής διδασκαλίας επαλήθευση της θεωρίας σύμφωνα με την λογική, πρωτίστως, κλίμακα.
Δι’ αυτής της μεθόδου οι διδασκόμενοι έφθαναν στην οικείωση της παραστάσεως και στην αισθαντική επαφή με ό,τι φύσει και θέσει ανήκει στο φάσμα του ανοίκειου έως και «μετακόσμιου» Πραγματικού, αλλότριο έως ασύλληπτο με τα αισθητηριακά και τα τεχνικά εμπειρικά μέσα ή με την συνήθη λογικομαθηματική σκέψη.
Αντιθέτως, δεν ήταν «μυστικιστικό» το Ορφικό σύστημα- γνωστικό και λατρειακό- επειδή η τρέχουσα τουλάχιστον έννοια του όρου αυτού παραπέμπει σε αντιλήψεις και πρακτικές μόνον εξωλογικές, που επιδιώκουν την ένωση με το Απόλυτο μέσω της, αμφιβόλου αιτίας, εκστάσεως ή της επίσης αμφίβολης ενοράσεως, δηλαδή εν τέλει μέσω της παθητικότητος.
 Όροι που Ο Ορφισμός ακολούθησε την οδό του ενθουσιασμού που πηγάζει κατ’ αρχάς και απαραιτήτως από την συνειδησιακή πρόσληψη του ζητουμένου. Εκεί συντίθενται σε αδιάρρηκτη συνάφεια τόσον οι αντίστοιχες των λεγομένων σήμερα θετικών επιστημών πανάρχαιες θεωρίες, όσον και εκείνες των (σήμερα λεγομένων) ανθρωπιστικών επιστημών. Η διαδραστική αυτή συμφωνία καταδεικνύει ως πρακτικώς και πνευματικώς αναγκαία την καλλιέργεια της ιδιότητας του πανεπιστήμονος και καθολικού ανθρώπου, αλλά αποδεικνύεται εξ ίσου αναγκαία και για τον σχηματισμό ενός ανοικτού, διαχρονικά λειτουργικού και βιώσιμου συστήματος σκέψεως και στάσεως του ανθρώπου μέσα στον Κόσμο, ως μέλους αυτού.
Κυρίαρχη και αληθής αξία της Ορφικής- Ελληνικής θρησκείας, εναρκτήρια μάλιστα και της όλης Πραγματείας της και τελολογική κατεύθυνσή της, είναι η Ηθική διαμόρφωση του ανθρώπου σύμφωνα με την Αρετή και η αντίστοιχή της κοινωνική ρύθμιση.
Η θρησκεία αυτή ήταν μυστηριακή και κατά το ότι προστάτευε τις διδασκαλίες της από την άκριτη διάχυση με όρους αρρήτου και απορρήτουεισήχθησαν και στα τακτικά, εντεταγμένα στο πολιτειακό- κοινωνικό γίγνεσθαι Μυστήρια, τα οποία εξαρτήθηκαν από τις επιδράσεις και παρεμβάσεις του Ορφισμού ή και ιδρύθηκαν εξ ολοκλήρου από τους πρώτους Ορφικούς Μύστες.
Είναι φανερό ότι η Ορφική ψυχοδιανοητική εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με μυστικιστικά αινίγματα, ομφαλοσκοπήσεις, ενοράσεις ή ό, τι άλλος τύπος «γλώσσας» αρμόζει στην κατηγορία αυτή. Χρειαζόταν και τηρούσε μέθοδο και κανόνες που έφθαναν να καθιστούν το ανοίκειο οικείο έως και ηδονικό αντικείμενο μαθήσεως.
Η μέθοδος αυτή ήταν η Διαλεκτική, της οποίας η αυθεντική, πρωτοπαγής συγκρότηση εκμαιεύθηκε από τον κόσμο των φυσικών φαινομένων και λειτουργιών. Η φιλοσοφική διαχείρισή της την ανέδειξε ευεπίφορη στην ανοιχτή συστηματική, στη φαινομενολογική αναγωγή, ως αέναη εναντιοδρομία παραγωγική ολοποιητικών συμπερασμάτων- σταθμών, αλλά και ατέρμονων αναγωγικών- επαγωγικών συλλογισμών, όπως ήδη έχει αποφθεγθεί και ο Ηράκλειτος λέγων: «οδός άνω και κάτω μία και ωͺυτή»[i].  Προπάντων, μέσω του Ορφισμού αναδείχθηκε η οδός που όχι μόνον φέρει από ένα σημείο σε άλλο, γραμμικώς, αλλά προσφέρει με λογικώς αποδεικτικό τρόπο τους άπειρους συσχετισμούς, άρα και τις άπειρες κατευθύνσεις  που μπορούν να έχουν χάρις στις ποικίλες σχέσεις αλληλεπιδράσεως και πολλαπλής συνάψεως μεταξύ τους. Κατά τούτο ο Ορφισμός υπήρξε, όσον γνωρίζουμε, ένα πρότυπο τηρήσεως της «αοιδίμου Διαλεκτικής» την οποία ο Πλάτων στην «Πολιτεία» παρουσιάζει ως σωτηρία της ψυχής.
Στην χρήση μεθόδου, και πρωτίστως της διαλεκτικής μεθόδου ή μεθόδου της φιλοσοφικής γνώσεως, δηλαδή στην Διαλεκτική (που συμπεριλαμβάνει και την διαλογική μαιευτική, αλλά δεν περιορίζεται καθόλου σε αυτήν) οφείλεται η έλλογη πορεία και η λογικά άτρητη μετάβαση στον εκάστοτε τεθέντα σκοπό του Ελληνικού Στοχασμού.
Συνεπώς, στην μέθοδο και συγκεκριμένα στην Διαλεκτική, πρέπει να αποδοθεί και ο επιστημονικός χαρακτήρας που σφραγίζει ολόκληρη την Ελληνική Γραμματεία, αλλά και αυτή καθ’ εαυτήν η συγκρότηση  Γραμματείας.
Η Διαλεκτική ανοιχτή συστηματική αναλογική θέαση και πρόσληψη των ζητουμένων και ιδίως του «τι προϋπήρξε» ή των Αρχών, οδήγησε σε απαντήσεις και διαρρυθμίσεις αυτών των απαντήσεων, υπέροχης τάξεως, και για τα πλέον δυσπρόσιτα ζητήματα. Με τρόπο προτύπως ορθολογικό κατά την Αριστοτελική έννοια, δηλαδή ως δυνατότητα κατανοήσεως θεωρητικής και πρακτικής, ως ευβουλία και φρόνηση που συνθέτει στην νόηση το ηθικό συναίσθημα ως πρακτικό λόγο, έφερε τους ιχνευτές της Αλήθειας δια μέσου και πέραν των εγνωσμένων φαινομένων στο επίπεδο του Καθαρού Λόγου, στην προεμπειρική, δηλαδή, σκέψη, δίχως εμπειρικά στοιχεία, και στο «ορίζεσθαι καθόλου και εις τους επακτικούς λόγους» του Αριστοτέλους.
Η Διαλεκτική πρέπει να ανακτηθεί εκ νέου ως Όλον, επειδή παρουσιάζεται διεσπασμένη και μάλιστα αποχωρισμένη από μεγάλο μέρος του περιεχομένου της, που πλέον έχει κατατμηθεί σε ποικίλες «ειδικές» γνωσιολογικές κατηγορίες. Για τον λόγο αυτόν, παύει να είναι Διαλεκτική- καταστρέφεται, επειδή όχι μόνον βασίζεται στην παραγωγή συνθέσεως αλλά είναι η ίδια, σύνθεση.
Οι μύστες, πάντως, του Ορφισμού, της «Ελληνικής Θεολογίας», όπως επισήμως αναγράφεται στα αρχαία Ελληνικά κείμενα, επέτυχαν δι’ αυτής να προσχωρήσουν στη Μάθηση και την έκφραση έως και του άλλως απροσίτου, του προοντολογικού, των Πηγών ή Πρώτων Αρχών. Τούτο επετεύχθη με την εύρεση των συνειρμικών και «ανά- λόγον» σχέσεων αιτιών, αιτίων και αποτελεσμάτων των ζητουμένων, αισθητών («πραγματικών» ή «φυσικών» καθ’ ημάς) ή ανεπαισθήτων, εγκοσμίων και μετακοσμίων.
Ως εκ τούτου, έφθαναν συνεχώς στο τέλος (σκοπό) αλλά ποτέ στο τέρμα της μακράς γνωστικής διαδικασίας που είναι η μάθηση: στο «κατά φύσιν καθίστασθαι», στην προσθήκη στο Είναι τους, ατομικό αλλά και συλλογικό, του τέως αλλοτρίου.
Η βασική υπόθεση, απόφανση και σχήμα της ψυχοδιανοητικής αυτής αποκαταστάσεως, απελευθερωτικής από τα απορητικά- αφασικά κενά, είναι και το βασικό γνώρισμα της Διαλεκτικής: Το Όλον είναι διάφορον από το άθροισμα των στοιχείων που το απετέλεσαν, οι δε ιδιότητες του Όλου δεν είναι αθροιστικές των ιδιοτήτων των στοιχείων αυτού, γιατί πάντοτε προκαλείται δυναμική προσαύξηση και μεταβολή από τη σύνθεση και οργάνωση των στοιχείων του όλου.[ii] Έτσι συνοψίζεται το Γίγνεσθαι ως Ουσία και Λόγος (Λόγος εδώ νοείται η αιτία καί η κατά πηλικότητα της ουσίας σχέση των όντων), συγκαταλεγομένου και του προοντολογικού Είναι είτε ως συνεξάρτηση του Γίγνεσθαι, είτε ως ποιητικό αίτιο του Γίγνεσθαι.
Αυτά είναι η οδός και, συνοπτικά, το πνεύμα και το γράμμα της Ορφικής θεωρίας!
Και ήδη αποκλείεται οιαδήποτε άποψη ότι ο Ορφισμός ήταν «μονοθεϊσμός».Ο Κόσμος κατ’ αυτόν είναι Όλον, αλλά και περιέχον συναλλασσόμενον προς τα ένδοθεν των ορίων του στοιχεία: Νόμους, Γένη, Είδη, Μορφές, Δυνάμεις, Ουσίες κ.λπ.- μια απειρότητα εκτάσεως, πλήθους και δυνατοτήτων. Και ως Όλον θεωρούμενος φέρεται είτε ως Θεός είτε ως θεϊκός εφ’ όσον είναι ριζικά έμψυχος, έμπνοος, άφθαρτος, αυτάρκης αλλά και συναρτώμενος προς τα άδηλα αίτιά του, είτε θεωρείται ως οριζόμενος από μίαν δεσπόζουσα θείαν υπόσταση.
Ως περιέχον, συμπάσχει με το περιεχόμενό του. Πάσχει, επίσης, και για την επίτευξη του σκοπού του, που ποτέ δεν είναι οριστικός, επειδή τείνει προς την τελειότητα και αυτή είναι αφ’ ενός ανέφικτη, αφ’ ετέρου δε κατάσταση οριακή, όμοια με τον θάνατο. Η ατέρμονη αυτή τάση, έμφυτη των όντων, είναι η Αριστοτελική εντελέχεια.
Η αρχή της ετερότητος, της συστάσεως διαφορετικών στοιχείων σε ενότητα- αλλά όχι ταυτότητα- προϋπήρχε και στο τελειότατο, άρρητον Εν ή Άρρητον  (μυστική) Αρχήν, την αφετηρία της Ορφικής Κοσμογονικής και της όλης του Ορφισμού θρησκευτικής καταθέσεως. Ο Κόσμος έγινε αφού η Ανάγκη- ένα από τα ενεργητικά μέλη του Ενός, ταυτόσημη προς την εκεί ψυχή (= βούληση, δραστηριότητα) εξεδήλωσε την αδήριτη γνώμη- θέληση να πάψει η στασιμότητα, να αρχίσει να γίνεται έργο. Με αρωγό την εκεί Πειθώ, την δύναμη της Νοήσεως που καθιστά τον Νου ισχυρότερο από την Ψυχή ως προς το ότι εκφέρει κρίση, άρα γνώση / επίγνωση των παρόντων και των μελλοντικών γιγνομένων- γενησομένων προκαλείται ένα «ρήγμα» στο κλειστό έως «τότε» Εν, από όπου εκρρέουν δύο δυναμικά πεδία: το πεδίο της Ύλης ή Γης, φύσει σκεδαστό, και το πεδίο του Ύδατος, φύσει έλκτικό και συνεκτικό της Ύλης. Έτσι εκδηλώνεται και η Πρώτη Δυάδα – γενετική του Χρόνου, φορέως και γενέτη του Αιθέρος και του Χάους, των συνθηκών δηλαδή του Χώρου και των πληρωμάτων του. Καταδηλώνεται συνεπώς η εξ αρχής ενυπάρχουσα και στα Άρρητα, τα Νοητά, τα προϋπάρχοντα, ποικίλη ετερότητα- άρα και η ατέρμονη, άπειρη ικανότητα συνεχών ετεροιώσεων των εκάστοτε δεδομένων. Και επειδή κάθε τι που γεννάται από το υπέρθεον περιέχον και των θείων σπερμάτων είναι θείον ή ένθεον, το πολυθεϊστικό Πραγματικό είναι εξ αρχής συστατική θέση του Ορφισμού. Άλλωστε, κατηγορείται ο Ορφεύς για την πολυθεΐα του, από τους μονοθεϊστές, όπως επαινείται για τον ίδιο λόγο από τους προχριστιανούς λογίους.
Οι θεοί έρχονται στο Είναι τους εξελισσόμενοι από την εντός της Αρρήτου Αρχής- Ενός σπερματικής καταστάσεώς τους σε οντότητες που και οι ίδιες είναι πρωτίστως «Ζώα»[iii], ακόμη και αν πρόκειται για αφηρημένες υποστάσεις, - αξίες, που όμως φανερώνονται ως πραγματικές στον φυσικό κόσμο, στην συμπεριφορά και στην κοινωνία των ανθρώπων, συγκροτώντας και την πρώτη πηγή του Πολιτειακού Δικαίου, δηλαδή το Φυσικό Δίκαιο. Άλλωστε, και οι συγκεκριμένες, ως ευκολώτερα προσομοιάζουσες προς ό, τι εμπειρικώς προσλαμβάνουμε, θεϊκές οντότητες, καταλήγουν κατά την θεωρητική προσέγγιση που κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί σε αυτές , να αποκαλύπτονται ως αφηρημένες για τα δικά μας αισθητηριακά εποπτικά και απλά διανοητικά μέσα. Είναι δε εξαιρετικά δύσκολο για τον σημερινό άνθρωπο της μεταμοντέρνας, ψηφιοποιημένης, αποσπασματικής και εικονικής (Virtual), εν πολλοίς, «πραγματικότητος» να κατανοήσει πώς ένα Όν (κάθε θεός) με άπειρα κατηγορήματα εκπτύσσεται σε τρία άπειρα, διαφορετικής τάξεως Κοσμικά Όλα: το Νοητό, το Νοερό και το Αισθητό, μένοντας αναλλοίωτο εν εαυτώͺ και ως προς τις ιδιότητές του. Σημειώνεται εδώ, ότι η αρχική και κάθε επόμενη ανάπτυξη της ετερότητος εμφανίζεται κατά την Τριαδική τάξη, κοινό χαρακτηριστικό των αρχαίων Ευρωπαϊκών θρησκειών.
Το κύριο γνώρισμα των θεών είναι η άπειρη έκταση, η ισχυρότατη κριτική διάνοια και η διευθυντική, διαπλαστική και ρυθμιστική ανώλεθρη δύναμη. Αλλά ένας έκαστος θεός και, βεβαίως, ο (εκάστοτε) δεσπόζων του Όλου, δεν είναι ούτε Παντοδύναμος, ούτε καθολικό πλήρωμα του απείρου κόσμου της πολυπλοκότητος και της συνεχούς μεταβολής του Κόσμου των Αισθητών, μήτε Παντογνώστης. Οι θεοί ακολουθούν, συνδιαλλασσόμενοι, την καθολική, ενδοφυή των όντων δύναμη της εντελέχειας και ως προς τον εαυτόν τους, και, κυρίως, ως προς τα έργα τους και, κυριότατα, ως προς την εξελικτική  διαχείριση, προσαρμογή και ενδυνάμωση των δευτέρων. Είναι, λοιπόν, εκφραστές και ευθυντήρες των νόμων, των ουσιών και των ενεργειών της κρυφής και φανερής Φύσεως, στοχεύοντας στην προαγωγή του Αγαθού, επιτείνοντας ή μειώνοντας, κατά τις ανάγκες της θετικής προόδου του Κόσμου κατά μέρη ή εν όλω, την ένταση του «ασωμάτου είδους» - της εντελέχειας.
Η Ελληνική Θεολογία, όπως εκφράζεται γνησίως από τον Ορφικό λόγο, δεν είναι με κανένα τρόπο μονιστική. Αντιθέτως και εξ αρχής και a priori είναι πλουραλιστική, πολυθεϊστική. Επίσης, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί νατουραλιστική- ή και «ρεαλιστική» με την σημασία της προσκολλήσεως (fixation) στο επίπεδο του φαινομενικού ή και του άμεσα, μέσω του φαινομενικού, εκδηλουμένου περιεχομένου.
Και όπως δεν ταυτίζει (όπως συμβαίνει με τον μονισμό) αλλά ενώνει- συσχετίζει Κόσμο, Ουσία, Φύση, Σύμπαν, Θεό, έτσι δεν προσωποποιεί ανθρωπομορφικά ή όχι, πάντως περιοριστικά, στατικά, τους Θεούς, αλλά στον βαθμό που αυτό συμβαίνει, γίνεται συνειδητά ως η μορφολογική αντιποίηση του υπερβατικού έως και του υπερκόσμιου. Προ πάντων ο Ορφισμός ως αυθεντία δεν τους εξομοιώνει με ανθρώπινες ή άλλες συνήθεις οντικές παραστάσεις. Όσες και όποιες υπάρχουν, έχουν τον χαρακτήρα και τη θέση ιερού σημείου.
Οπωσδήποτε και ρητώς, οι θεοί δεν ταυτίζονται με τις καθ’ ημάς έκδηλες, δηλαδή φυσικές, δυνάμεις, μορφές κ.λπ, είτε στις αισθήσεις (μας) είτε στην διανοητική μας εποπτική ικανότητα. Ούτε, επίσης, περιορίζονται οι θείες οντότητες σε έργα του «εδώ» Κόσμου. Άλλωστε, και οι εγγείς δια των ενεργειών τους σ’ εμάς Ολύμπιοι Θεοί εδρεύουν σε έναν «άλλο» τόπο: Τον Όλυμπο, που δεν είναι κάποιο φερώνυμο γήινο έξαρμα- όρος, αλλά ένας ιδιαίτερος χώρος, τομή (ή επαλληλία) του Κόσμου των Αισθητών και του Κόσμου των Νοερών, ο οποίος απoτελεί μεν την πηγή των ανεπαισθήτων στοιχείων που ζωογονούν- ζωοποιούν λογικά, αρμονικά και δυναμικά τον «εδώ» κόσμο, αλλά δεν ανήκουν στην τάξη των Νόμων και των Ουσιών του. Ο τόπος αυτός, που είναι μία ιδιαίτερη, πάντως, περιοχή και ως προς το Νοερό και ως προς το Αισθητό Όλον, καλείται στην Ορφική διδασκαλία «Όλυμπος»     ( δηλ. Ολολαμπής- Ολόλαμπος) επειδή καταυγάζεται από το φως που εκπέμπεται από το σώμα του σύνθετου, πολυώνυμου, πολύμορφου και πολυδύναμου προεξάρχοντος των Νοερών, ενοειδούς Θεού: Του Πρωτογόνου Φάνητος, Μήτιος, Ηρικεπαίου, Διός και Διονύσου όπως πρωταρχικώς ονομάζεται και σημαίνεται.
Η Ελληνική- Ορφική εκ θεμελίων- Θρησκεία ουδέποτε υπήρξε, ως προελέχθη, «νατουραλιστική»- φυσιολατρική κ.τ.ό., χωρίς τούτο να σημαίνει απαξία, στο πλαίσιό της, του κόσμου των φαινομένων, όπου εμείς εγκλείουμε την μεγίστη πραγματικότητα, την Φύση. Το αντίθετο, η μεν Φύση αινείται ως Παμμήτειρα Θεά, αλλά τονίζεται εντόνως η περιορισμένη πρόσληψή μας της οντότητάς της. Όσα δε εμείς θεωρούμε αντικείμενα αναλώσιμα κατά την βούλησή μας, η Ελληνική Θρησκεία τα θέτει ως Υποκείμενα· το κάθε τι είναι μοναδικό και όλα μαζί αρμονισμένα σε ενότητα, σε αδιάλειπτη και συνεχή, αμοιβαία και προς το όλον, συνάφεια, συναλληλία και αλληλεξάρτηση.
Ακόμη περισσότερο, ο Κόσμος αυτός, ως περιέχον Όλον και, ιδίως, ως περιεχόμενο, είναι το, μεταβλητό μεν ως εποικοδόμημα, σταθερό δε ως δομή, αποτέλεσμα μιας μεγάλης, ταραχώδους διαδικασίας και πριν και μετά την σφαίρωσή του- την οριοθέτηση- ή θεμελιακή μορφογένεσή του. Για τούτο το αποτέλεσμα θυσίασε το υπέρθεο Εν την μακαριότητά του, μεταβαίνοντας, μερικώς έστω, από την εντελέχεια που ήταν η «κατάστασή» του, στον ατέρμονο δρόμο των δυνάμει- ενεργεία τάσεων. Και τούτο ήταν το πρώτιστο Θείον Πάθος, το οποίο συνεχίζεται όσο συνεχίζει να γίνεται ο «πραγματικός» κόσμος- αυτό το, και κατά πολλούς συγχρόνους μας, «Υπερσύμπαν» πολλών και συνεχώς ανανεουμένων καθ’ ημάς «συμπάντων». «Κόσμος» στην αρχαία Ελληνική σημαίνει «εναρμόνιος τάξη», ομορρυθμία απείρων συστημάτων, ελαχίστων και μεγίστων, του Είναι/ Γίγνεσθαι. Αλλά «Σύμπαν» σημαίνει το περιέχον πολλών Kόσμων ίσων με τα καθ’ ημάς «Σύμπαντα».
Στο Ορφικό σύνταγμα, φιλοσοφικό και θρησκευτικό, δεν μπορεί βέβαια να σημειώνεται διαδοχή των θεών, ούτε και του προεξάρχοντος θεού του Όλου, κατά την έννοια της καταργήσεως ή εκλείψεως του προηγουμένου χάριν της αναρρήσεως ενός ή πολλών νέων μονοκρατόρων. Τις σχέσεις των θεών ορίζει η Αρχή της ισοτιμίας- ισοτελείας.
Ειδικότερα, ως προς τον προεξάρχοντα θεό του Όλου, τίθενται τα εξής: Αναλόγως της επικρατούσης  καταστάσεως στις διάφορες φάσεις προς και από την γένεση της Χωροχρονικής Σφαίρας και της πληρώσεώς της με τα υλικά συστήματα, σώματα, τάξεις, γένη και είδη, τίθεται και κάποιος θεός ως εκπρόσωπος- χειριστής και Νους, που μεριμνά για την δυναμοποίηση αυτής της φάσεως και την θετική μετάβαση στην επόμενη. Αυτό σημαίνει ότι ο προηγούμενος «σκηπτούχος» του Γίγνεσθαι καταλαμβάνει μία νέα θέση στο Πάνθεον και στη θρησκευτική θεωρία και λατρευτική πρακτική, ενώ η θέση του στην Κοσμολογία, την Οντολογία και την Ψυχολογία παραμένει ως σταθερά μιάς σημειωτικής και σημασιολογικής άπειρης συναρτήσεως. Και για τον λόγο αυτόν, εκτός από τους αναδεικνυομένους από την εξέλιξη των πραγμάτων θεούς- σκηπτούχους, υπάρχουν οι θεοί, ή Αρχές πρυτανικές, (σκηπτούχοι, βασιλείς, άνακτες κ.τ.ό.) διαχρονικώς: Η Νυξ, ο Χρόνος, η Αφροδίτη, η Άρτεμις-Κόρη, ενδεικτικώς. Η σχέση των θεών, πάντως, στην Ελληνική- Ορφική Θρησκεία είναι σχέση αλληλοπεριχωρήσεως. Ο κάθε θεός έχει ανάγκη όλους τους άλλους για να κάνει αυτό που σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι ως εκ της φύσεώς του προορισμένος (και ικανός) να κάνει: «θεός, ζώον αθάνατον, ουσία αΐδιος, αύταρκες προς ευδαιμονίαν, της του αγαθού φύσεως αιτία».
Ο Ορφισμός ερείδεται στην θεωρητική δομή ενός μοναδικού, κατά τα προλεχθέντα, περιεχομένου, προϊόντος του «πόνου και της μελέτης» μιάς βαθειάς όσο και πλατειάς μαθησιακής και μορφωτικής διαδικασίας που λειτούργησε ως α) ζωντανή μεταφύτευση του πολιτισμού στην συνείδηση, και β) ως διαμόρφωση νέων πολιτισμικών αξιών.Το δεύτερο είναι η σημασία της μορφώσεως, που αναγνωρίζεται ως φαινόμενο δυναμικό. Προς την μάθηση και τον κύριο σκοπό της, την «ανάμνηση των πηγών» του Είναι και ως αποδεικτικό λόγο για την αθανασία της ψυχής, αρχή και βάση του Ορφισμού και ολόκληρου του Ελληνικού Πολιτισμού, όσο και προς την όχι ανταγωνιστική, αλλά συμπληρωματική μόρφωση- αναμόρφωση ίσως- των παλαιοτέρων παραδόσεων που επέφερε ο Ορφισμός εν μέρει και πέραν του Ελληνικού τόπου, μεγάλη υποστήριξη προσέφερε και το λατρειακό σύστημα το οποίο αυτός εισήγαγε.

copyright© Μαρία Ιω. Σίδερη


 Συνεχίζεται




[i] Περικοπή Diels/Kranz 60 .

[ii] Κατ’ αναλογίαν, εκ του γνωστού φυσικού κόσμου, οι χημικές ενώσεις παράγουν σώματα διαφορετικών ιδιοτήτων από τα επιμέρους στοιχεία που τις αποτελούν.

[iii] Εχουν Ζωήν- ζουν.


Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΑΤΑΣΤΕΡΙΣΗ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ

Θέμα του άρθρου αυτού είναι ο θάνατος και η καταστέριση του Ορφέα που μπορεί να οδηγήσει στην χρονολόγηση του πότε έζησε.  Πάνω σε αυτό θα περιγραφούν παρακάτω οι μέχρι σήμερα διατυπωθείσες θεωρίες καθώς και μια εντελώς νέα που επεξεργάστηκα. Η θεωρία αυτή διατυπώνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως, και περιέχεται στο έργο μου ΠΕΡΙ ΟΡΦΙΣΜΟΥ το οποίο θα δημοσιευτεί τμηματικά (λόγω όγκου) στο blog αυτό.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Η Διαλεκτική των πάντων (Συνεδριακό κέντρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας, Αρχαία Ολυμπία )

Η ΜΑΡΙΑ ΣΙΔΕΡΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

 Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής σκέψης πάνω στη φιλοσοφία, την επιστήμη και την τεχνολογία Συνεδριακό κέντρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας Αρχαία Ολυμπία, 28-31 Αυγούστου 2016

 ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ Α.Ε. ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

 ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 Το Συνέδριο, αφετηρία ίδρυσης Διεθνούς Κέντρου Επιστημών & Ελληνικών Αξιών, έλαβε χώρα στο Συνεδριακό Κέντρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας. Οργανωτικός Φορέας του Συνεδρίου ήταν το Πανεπιστήμιο Πατρών με την ευγενική σύμπραξη και συνεργασία της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών, της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας, σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο Ήλιδας, τον Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας και την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας. Οι προσκεκλημένοι Έλληνες και ξένοι εισηγητές ανέπτυξαν θέματα σχετικά με την Φιλοσοφία, την Επιστήμη, την Τεχνολογία και τον εν γένει Πολιτισμό του Αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Η Μαρία Σίδερη, προσκεκλημένη από το Πανεπιστήμιο Πατρών ανέπτυξε το θέμα: Η Ορφική Κοσμογονική Θεωρία- Η Διαλεκτική των Πάντων.

 Ακολουθεί η περίληψη της εισηγήσεως της Μαρίας Σίδερη στην Ελληνική και Αγγλική (επίσημες γλώσσες του Συνεδρίου). Το πλήρες κείμενο της εισηγήσεως της Μαρίας Σίδερη θα δημοσιευθεί στην ειδική διεθνή έκδοση των Πρακτικών του Συνεδρίου μαζί με τις εισηγήσεις και των λοιπών Εισηγητών.